• Άγιος Επιφάνιος Επίσκοπος Κωνσταντίας και Αρχιεπίσκοπος Κύπρου
  • Άγιος Γερμανός Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης
  • Όσιος Θεόδωρος ο εν Κυθήροις ασκήσας
  • Άγιος Ιωάννης ο Βλάχος
  • Άγιος Φίλιππος ο Αργύριος
  • Άγιος Ευθύμιος Πατριάρχης Ιεροσολύμων
  • Όσιος Νικήτας ο Σιναΐτης
  • Εύρεσις των τιμίων λειψάνων της Αγίας Ειρήνης της Παρθενομάρτυρος
  • Άγιος Ιωάννης ο Νεομάρτυρας εκ Σερρών
  • Οσία Καλλίτροπος
  • Αγία Δομιτίλλα η Μάρτυρας
  • Άγιος Παγκράτιος ο Μάρτυρας
  • Άγιος Θεοφάνης Αρχιεπίσκοπος Κύπρου
  • Όσιος Λέων εν Μεθώνη
  • Άγιοι Μάρτυρες εις Μπούτοβο της Ρωσίας
  • Όσιος Νεκτάριος της Όπτινα
  • Όσιος Αντώνιος του Ραντονέζ
  • Όσιος Διονύσιος του Ραντονέζ
  • Άγιος Ερμογένης ο Ιερομάρτυρας Πατριάρχης Μόσχας

*********************************************************************************************************************

  • Άγιος Επιφάνιος Επίσκοπος Κωνσταντίας και Αρχιεπίσκοπος Κύπρου. 

Ο Άγιος Επιφάνιος γεννήθηκε από πάμπτωχη οικογένεια Ιουδαίων αγροτών, στο χωρίο Βησανδούκη (ή Βησανδούκ), κοντά στην Ελευθερούπολη της Παλαιστίνης το 310 μ.Χ. (Κυπριακή λαϊκή παράδοση αναφέρει, πως ο Άγιος Επιφάνιος γεννήθηκε στον Καλοπαναγιώτη της Κύπρου, ένα χωριό της Μαραθάσας και μεγάλωσε στη Βησανδούκη). Οι γονείς του είχαν ακόμη ένα παιδί, την Καλλίτροπο.

Μετά το θάνατο των γονέων του και σε ηλικία δέκα ετών, ο Επιφάνιος προσελκύεται στο χριστιανισμό από δύο περίφημους για τις γνώσεις και τον ασκητισμό μοναχούς, το Λουκιανό και τον Ιλαρίωνα. Επτά μέρες ύστερα από το βάπτισμα του, ο Επιφάνιος τακτοποίησε την αδελφή του σ’ ένα γυναικείο μοναστήρι κι έφυγε για την έρημο της Παλαιστίνης. Εκεί ζει κοντά στους επιφανέστερους ασκητές, ασκούμενος στην εγκράτεια, την άσκηση και στη μελέτη των Θείων Γραφών, γενόμενος υπόδειγμα για τους συνασκητές του. Η φήμη του και οι αρετές του δεν άργησαν να διαδοθούν και αναδείχθηκε επίσκοπος Κωνσταντίας της Κύπρου το 367 μ.Χ., στην οποία κατέφυγε με θαυματουργικό τρόπο, όταν το πλοίο του, που επέπλεε προς την Παλαιστίνη, λόγω τρικυμίας, έφθασε στην Κύπρο. (Η Κωνσταντία ονομαζόταν αρχικά Σαλαμίνα. Η πόλη κτίστηκε από τον ήρωα του Τρωικού πολέμου Τεύκρο, τον γιο του Τελαμώνα, προς τιμή της πατρίδας του Σαλαμίνας και καταστράφηκε τον 4ο αιώνα μ.Χ. από σεισμό. Η πόλη ξανακτίστηκε από τον γιο του Μέγα Κωνσταντίνου, τον Κωνστάντιο κι ονομάστηκε Κωνσταντία. Έγινε έδρα του Αρχιεπισκόπου Κύπρου, όταν η Κύπρος είχε 14 επισκόπους κι έμεινε τέτοια μέχρι το 1191 μ.Χ., που η Κύπρος κατακτήθηκε απ’ τους Φράγκους. Σήμερα έδρα του Αρχιεπισκόπου είναι η Λευκωσία).

Από τη θέση αυτή, ο Άγιος άρχισε τον ευαγγελισμό του ποιμνίου του και αγωνίστηκε με θερμότατο ζήλο για την διατήρηση και ενίσχυση των ορθοδόξων δογμάτων, καταπολεμώντας όλες τις αιρετικές δοξασίες και πλάνες της εποχής του και ιδιαίτερα εκείνες του Ωριγένη. Κάνοντας συνεχή χρήση των λόγων της Αγίας Γραφής και γράφοντας πλήθος αντιαιρετικά συγγράμματα, αγωνίστηκε για να κρατήσει τούς πιστούς στην ανόθευτη χριστιανική πίστη.

Το 381 μ.Χ., μαζί με τέσσερις άλλους Κυπρίους επισκόπους, ο Επιφάνιος έλαβε μέρος και στη Δευτέρα Οικουμενική Σύνοδο.

Ο Επιφάνιος πέθανε εν πλω από την Κωνσταντινούπολη, που είχε πάει για εκκλησιαστικές υποθέσεις προς την Κωνστάντια, στις 12 Μαΐου του 403 μ.Χ., μετά από αρχιεροσύνη 36 χρόνων. Το τίμιο λείψανό του μετακόμισε στην Κωνσταντινούπολη ο αυτοκράτορας Λέων ΣΤ’ ο Σοφός. Η Σύναξή του ετελείτο στον αγιότατο οίκο του, που ήταν στο ναό του Αγίου Φιλήμονος.

Ο Επιφάνιος Κωνσταντίας έκτισε την μεγάλη βασιλική (δεν την ολοκλήρωσε μέχρι τον θάνατό του), της οποίας τα ερείπια διασώζονται μέχρι τις ημέρες μας. Ο μεγάλος αυτός Αρχιεπίσκοπος, πολύ σημαντικός διδάσκαλος και πατέρας της Εκκλησίας, υπήρξε και αξιόλογος συγγραφέας. Τα έργα του «Πανάριον» (περιέχει επιχειρήματα για την ανασκευή των αιρέσεων που υπήρχαν τότε), «Αγκυρωτός» (σε 120 παραγράφους περιλαμβάνει μια επιτομή της σύγχρονης προς τον άγιο Επιφάνιο Θεολογίας), «Περί μέτρων και σταθμών», «Περί των δώδεκα λίθων των όντων εν τοις στολισμοίς του Ααρών», αποτελούν πολύτιμα πετράδια στο μέγα ψηφιδωτό της Πατερικής Γραμματείας.

Τέλος αξίζει να αναφέρουμε ενδεικτικά μερικά θαύματα που έκανε ο Άγιος Επιφάνιος: θεράπευσε την κόρη του βασιλιά της Περσίας από το δαιμόνιο που την βασάνιζε, ανάστησε το νεκρό παιδί ενός άρχοντα της Περσίας, θανάτωσε ένα λέοντα που έβγαινε από το δάσος κι έτρωγε τους ανθρώπους που περνούσαν από εκεί κοντά, εξεδίωξε το δαιμόνιο από κάποιο Κάλλιστο που ήταν γιος του πρώτου Έπαρχου της Ρώμης και τέλος θ
εράπευσε τον Μέγα Θεοδόσιο, τον αυτοκράτορα, από παράλυση των κάτω άκρων.

Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τοὺς διττοὺς ὑποφήτας τῆς ἄναρχου θεότητας, τῶν θεοτυπώτων δογμάτων, τοὺς πανσόφους ἐκφάντορας, σὺν τῷ Ἐπιφανίῳ τῷ κλεινῷ, ὑμνήσωμεν τὸν θεῖον Γερμανῶν ὡς λαμπροὶ γὰρ τῶν ἀρρήτων μυσταγωγοί, πυρσεύουσι τοὺς κράζοντας δόξα τῷ στεφανώσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ μεγαλύναντι, δόξα τῷ βεβαιούντι δι’ ὑμῶν, πίστιν τὴν Ὀρθόδοξον.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ήχος α’. Του λίθου σφραγισθέντος.
Της Φοινίκης ο κλάδος και Κυπρίων το στήριγμα και Κωνστάντιας ανεδείχθης, Επιφάνιε, Πρόεδρος· δι’ ο Ασσυρίων βασιλεύς πίπτει ποδών σου προσκυλινδούμενος· το πνεύμα διωκόμενον εξ αυτού δια της σης δεήσεως· δόξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα τω δωρησαμένω σε ημίν, πρέσβυν ακοίμητον.
Κοντάκιον
Ἦχος δ’ . Ὁ ὑψωθείς.
Ἱεραρχῶν τὴν θαυμαστὴν ξυνωρίδα, ἀνευφημήσωμεν πιστοὶ κατὰ χρέος, σὺν Γερμανῷ τὸν θεῖον Ἐπιφάνιoν, οὖτοι γὰρ κατέφλεξαν, τῶν ἀθέων τὰς γλώσσας, δόγματα σοφώτατα, διαθέμενοι πᾶσι, τοῖς ὀρθοδόξως μέλπουσιν ἀεί, τῆς εὐσεβείας τὸ μέγα μυστήριoν.
Μεγαλυνάριον
Φύλαττε και σκέπε ταις σαις ευχαίς, Επιφάνιε θείε, εκ κινδύνων και χαλεπών νόσων τους τιμώντας, την ένδοξόν σου μνήμην και λύτρωσαι του Άδου φρικτών κολάσεων.
  • Άγιος Γερμανός Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης. 

Ο Άγιος Γερμανός γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 640 μ.Χ. Πατέρας του ήταν ο πατρίκιος Ιουστινιανός, που τον ανέθρεψε με μεγάλη ευσέβεια. Είκοσι χρονών έμεινε ορφανός από πατέρα, τον όποιο σκότωσε ο Κωνσταντίνος ο Πωγωνάτος (668 – 685 μ.Χ.), αφού τον συμπεριέλαβε μεταξύ αυτών που σκότωσαν τον πατέρα του. Τον Γερμανό αφού τον ευνούχισε, τον κατέταξε στον κλήρο της Εκκλησίας.

Αυτός, φημισμένος για την αρετή, τη μόρφωση και την αγιότητα της ζωής του, εκλέχθηκε μητροπολίτης Κυζίκου, στο 37ο έτος της ηλικίας του. Αργότερα όταν χήρεψε ο πατριαρχικός θρόνος, με τη γνώμη του βασιλιά Αναστασίου και την ψήφο της συγκλήτου, του κλήρου και του λάου, ανέβηκε στον οικουμενικό θρόνο (715 μ.Χ.).

Από τη θέση αυτή, αφιέρωσε όλες του τις πνευματικές και ηθικές δυνάμεις, διδάσκοντας και νουθετώντας με τα συνεχή κηρύγματα του το λαό. Κατόπιν, όταν ο εικονομάχος αυτοκράτορας Λέων ο Ίσαυρος, του είπε να συμμορφωθεί με τα ασεβή διατάγματα του, αυτός όχι μόνο δεν υπάκουσε, αλλά παρότρυνε και το λαό σε αντίσταση. Αναγκάστηκε έτσι να παραιτηθεί, αφού κατέθεσε το ωμοφόριό του πάνω στην αγία Τράπεζα.

Αποσύρθηκε σ’ ένα πατρικό του κτήμα, το Πλατάνια, και μετά από σύντομη αρρώστια, πέθανε σε ηλικία 100 ετών στις 12 Μαΐου το 740 μ.Χ. Η ταφή του έγινε στη Μονή της Χώρας.

Ενώ αρχικά καθαιρέθηκε και αναθεματίσθηκε από τη ψευδοσύνοδο της Ιερείας το 754 μ.Χ., στην συνέχεια δικαιώθηκε και εξυμνήθηκε από την Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο το 787 μ.Χ., η οποία καταδίκασε τους εικονομάχους και αναστήλωσε τις ιερές εικόνες. Επί της Πατριαρχίας του Αγίου, όταν το 718 μ.Χ. διασώθηκε η Κωνσταντινούπολη από βαρβαρική επιδρομή, συμπληρώθηκε από τον Άγιο Ανδρέα Κρήτης ο Ακάθιστος Ύμνος.

Ο Άγιος Γερμανός κατέλιπε αξιόλογο υμνογραφικό και συγγραφικό έργο, δυστυχώς όμως τα περισσότερα έργα του κατακάηκαν με διαταγή του Λέοντος. Περισώθηκαν δε από μεν τους ύμνους, 104 Στιχηρά και 22 Κανόνες, από δε τα συγγράμματά του τα εξής: α) «Περί αιρέσεων και Συνόδων», β) «Τρεις δογματικαί επιστολαί επί των εικονομάχων» (προς Ιωάννην, Επίσκοπον Συνάδων, προς Κωνσταντίνον, Επίσκοπον Νακαλείας, και προς Θωμάν, Επίσκοπον Κλαυδιουπόλεως), γ) «Οκτώ λόγοι» (δύο στην προσκύνηση του Τιμίου Σταυρού κατά την ημέρα της Σταυροπροσκυνήσεως και την ημέρα του Μεγάλου Σαββάτου, δύο στα Εισόδια της Θεοτόκου, τρεις στην Κοίμηση της Θεοτόκου και ένας στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου), δ)»Ομιλία» (στα εγκαίνια του ναού της Θεοτόκου και τα άγια σπάργανα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού). Η Σύναξη του Αγίου Γερμανού ετελείτο στη Μεγάλη Εκκλησία.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφραγισθέντα.
Ξυνωρίδα τῆς θείας Ἐκκλησίας τᾶς σάλπιγγας, Γερμανὸν σοφὸν Ἱεράρχην, καὶ κλεινὸν Ἐπιφάνιον, τιμήσωμεν προφρόνως οἱ πιστοί, τὸν μὲν ὡς ἐν φρονήματι στερρῶ ὑπὲρ τῆς Χριστοῦ εἰκόνος, τὸν θεομάχον Λέοντα ἐλέγξαντα, ὡς μάστιγα δὲ αἱρέσεων δεινήν, τὸν ἅγιον Ἐπιφάνιον, Οὗτοι γὰρ ἐκτενῶς ὑπὲρ ἠμῶν, ἀεὶ πρεσβεύουσι.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τοὺς διττοὺς ὑποφήτας τῆς ἄναρχου θεότητας, τῶν θεοτυπώτων δογμάτων, τοὺς πανσόφους ἐκφάντορας, σὺν τῷ Ἐπιφανίῳ τῷ κλεινῷ, ὑμνήσωμεν τὸν θεῖον Γερμανῶν ὡς λαμπροὶ γὰρ τῶν ἀρρήτων μυσταγωγοί, πυρσεύουσι τοὺς κράζοντας δόξα τῷ στεφανώσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ μεγαλύναντι, δόξα τῷ βεβαιούντι δι’ ὑμῶν, πίστιν τὴν Ὀρθόδοξον.
Κοντάκιον
Ἦχος δ’ . Ὁ ὑψωθείς.
Ἱεραρχῶν τὴν θαυμαστὴν ξυνωρίδα, ἀνευφημήσωμεν πιστοὶ κατὰ χρέος, σὺν Γερμανῷ τὸν θεῖον Ἐπιφάνιoν, οὖτοι γὰρ κατέφλεξαν, τῶν ἀθέων τὰς γλώσσας, δόγματα σοφώτατα, διαθέμενοι πᾶσι, τοῖς ὀρθοδόξως μέλπουσιν ἀεί, τῆς εὐσεβείας τὸ μέγα μυστήριoν.
  • Όσιος Θεόδωρος ο εν Κυθήροις ασκήσας.  

Ο Όσιος Θεόδωρος γεννήθηκε στην Κορώνη μεταξύ των ετών 870 – 890 μ.Χ. και πατρίδα του ήταν η Κορώνη της Πελοποννήσου. Η μητέρα του προηγούμενα ήταν στείρα και όταν ο Θεός της χάρισε παιδί το ονόμασε Θεόδωρο. Ο Θεόδωρος λοιπόν διδάχτηκε τα Ιερά γράμματα και παραδόθηκε από τους γονείς του στον τότε επίσκοπο Κορώνης, ο οποίος τον έκανε αναγνώστη. Όταν πέθαναν οι γονείς του, ο Θεόδωρος μπήκε υπό την προστασία ενός Ιερέα του Ναυπλίου, που ήταν φίλος των γονέων του Οσίου. Όταν έφτασε σε κατάλληλη ηλικία, παντρεύτηκε και απόκτησε δύο παιδιά. Ο επίσκοπος Άργους, βλέποντας τις αρετές του, τον χειροτόνησε Διάκονο. Αργότερα ο Θεόδωρος πήγε στη Ρώμη και προσκύνησε τους τόπους των Μαρτύρων. Κατόπιν επέστρεψε στη Μονεμβασία, όπου παρέμεινε για αρκετό χρονικό διάστημα σ’ ένα κελί της εκκλησίας της Θεοτόκου της Διακονίας.
Έπειτα, παρά τις παρακλήσεις της οικογένειας του να μείνει κοντά της, ο Θεόδωρος, ποθώντας τα ανώτερα πνευματικά αγαθά, ήλθε στα Κύθηρα περί το 921 μ.Χ. όταν η νήσος ήταν «ἔρημος καί ἀοίκητος» λόγω των επιδρομών των Σαρακηνών της Κρήτης και μόνασε στον παλαιό χριστιανικό Ναό των Αγίων Σεργίου και Βάκχου. Εκεί αφού έζησε ζωή πολύ ασκητική και έφτασε σε μεγάλα ύψη αρετής, απεβίωσε ειρηνικά στις 12 Μαΐου του 922 μ.Χ.
Λίγο καιρό μετά το θάνατό του ναύτες περαστικοί από τα Κύθηρα βρήκαν άθικτο το λείψανό του. Τρία χρόνια αργότερα, το 925 μ.Χ., Μονεμβασιώτες έθαψαν το λείψανο του Οσίου. Η παλιά εκκλησία των Αγίων Σεργίου και Βάκχου ξαναχτίστηκε από Μονεμβασιώτες και αφιερώθηκε στον Όσιο Θεόδωρο. Με την πάροδο του χρόνου δημιουργήθηκε μοναστήρι, το οποίο απέκτησε περιουσία, την οποία καλλιεργούσαν οι ιερωμένοι, κοσμικοί και μοναχοί.
Το χρονικό του Κυθήριου μονάχου Χειλά αποτελεί πολυτιμότατη πηγή για την ιστορία του μοναστηριού. Είναι μια έκθεση – αναφορά προς τους Βενιέρους, η οποία γράφτηκε περί το 1460 μ.Χ. Γύρω στα 1630 μ.Χ. ο Επίσκοπος Κυθήρων Αθανάσιος Βαλεριανός ανακαίνισε το Ναό του Οσίου, στον οποίο έγιναν διάφορες μετατροπές και προσθήκες. Ακολουθία του Οσίου εκδόθηκε το 1747 μ.Χ. στη Βενετία, το 1841 μ.Χ. στη Σμύρνη και το 1899 μ.Χ. και 1961 μ.Χ. στην Αθήνα).

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Πλοῦτον ἄσυλον, ἡ νῆσος ἔχει, τὴν κατάθεσιν τῶν σῶν λειψάνων, ἐξ ὧν καὶ χάριν θαυμάτων ἀῥύεται, ἐκλυτρουμένη παθῶν καὶ κακώσεων, διὸ καὶ χαίρει τιμῶσα τὴν μνήμην σου. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἐλεος.

Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τά ἄνω ζητῶν.
Τοῦ βίου φυγὼν ἡδύτητας καὶ θόρυβον, καὶ τέκνα λιπὼν καὶ σύζυγον μακάριε, τὴν ἐρημον ᾤκησας, καὶ Ἄγγέλων γέγονας Ὅσιε, ζηλωτὴς ἀξιάγαστος, πρεσβεύων ἀπαύστως ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Τᾶς τοῦ βίου παγίδας ἀποφυγὼν, ἐλαμπρύνθης τῇ αἴγλῃτῶν ἀρετῶν, ἄνωθεν δεξάμενος τὴν ἀκτῖνα τοῦ πνεύματος, καὶ διὰ τοῦτο πᾶσαν, ὑπ.εμεινας κάκωσιν, οἱ γὰρ σοὶ ἀγῶνες, ἐπτόησαν δαίμονας, ὅθεν καὶ νικήσας, τὰς αὐτῶν μεθοδίας, παρέχεις ἰάματα, τοῖς αἰτοῦσί σε Ἅγιε, θεοφόρε Θεόδωρε. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ τὴν Ἅγίαν μνήμην σου.

Ὁ Οἶκος
Τῶν ἀσκητῶν τὸ καύχημα, πάντες συνελθόντες, προθύμως εὐφημήσωμεν Θεόδωρον τὸν μακάριον· οὗτος γὰρ καταφρονήσας, κόσμον καὶ τὰ ἐν κόσμῳ ἐν ἐρήμῳ κατῴκησε· καὶ τὴν σάρκα τῇ ψυχῇ καθυπέταξε· διὸ χάριν θαυμάτων οὺρανόθεν ἐδέξατο, καὶ μεταστὰς ἀπὸ γῆν σὺν Ἀγγέλοις ᾄδει τὸν πλάσαντα· πρεσβεύων ἀπαύστως ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις τῶν Πατέρων ἡ καλλονὴ, χαίροις τῶν Ὁσίων, ἡ σεμνότης καὶ ἀσκητῶν· χαίροις τῶν Κυθήρων, ἀγλάϊσμα καὶ κλέος, διώκτα τῶν δαιμόνων, χαίροις Θεόδωρε.

  • Άγιος Ιωάννης ο Βλάχος. 
Ο Άγιος Ιωάννης, γεννήθηκε στη Βλαχία και καταγόταν από επιφανή και αριστοκρατική γενιά. Επί Σουλτάνου Μεχμέτ και σε ηλικία 15 ετών τον άρπαξαν οι Τάταροι που εισέβαλαν στη Βλαχία για να καταπνίξουν την επανάσταση του άρχοντα Μιχ. Βοεβόνδα Τζιβάν Μπέτι. Προσπάθησε να αποδράσει, σκοτώνοντας ένα στρατιώτη, συνελήφθη όμως από άλλους και παραδόθηκε στη σύζυγο του στρατιώτη που σκότωσε στην Κωνσταντινούπολη. Εκείνη τον οδήγησε στον Βεζίρη, ο οποίος μετά την ανάκριση τον παρέδωσε πάλι σ’ εκείνη για να τον μεταχειρισθεί όπως εκείνη ήθελε. Επειδή όμως απέτυχε να τον εξισλαμίσει, τον παρέδωσε στον έπαρχο, ο οποίος αφού απέτυχε να τον πείσει διέταξε τον δι’ απαγχονισμού θάνατό του στις 12 Μαΐου 1662 μ.Χ. στο Παρμάκ Καπί της Κωνσταντινούπολης. Το τίμιο λείψανό του εξαγοράσθηκε μετά τρεις ημέρες από τους Χριστιανούς και ενταφιάσθηκε με ευλάβεια. Μαρτύριο του Αγίου συνέγραψε ο Ιωάννης Καρυοφύλλης.
  • Άγιος Φίλιππος ο Αργύριος. 
Ο Άγιος Ιερομάρτυρας Φίλιππος ο Αργύριος, όπως αναφέρεται στο Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο, ήταν πρεσβύτερος και καταγόταν από την Σικελία. Είναι άγνωστος στους Συναξαριστές και στα Μηναία. Η μνήμη του αναφέρεται στο Σιναϊτικό Κώδικα 647 και στον Κώδικα Δ. α. Ι.Χ. της μονής της Κρυπτοφέρρης της Ρώμης, όπου και η ακολουθία του.
  • Άγιος Ιωάννης ο Νεομάρτυρας εκ Σερρών. 

Ο Άγιος Νεομάρτυς Ιωάννης ήταν γόνος μιας ευκατάστατης οικογένειας Σερραίων. Γεννήθηκε και έζησε στην πόλη των Σερρών στο τελευταίο μισό του 15ου μ.Χ. αιώνος. Το παιδικό κλάμα του Αγίου μπερδεύτηκε με τους ολολυγμούς των Σερραίων για το θάνατο του Βασιλιά της Τραπεζούντας Δαβίδ και των τριών παιδιών του, που κρεμάστηκαν με εντολή του Μωάμεθ του Β΄ εκεί, στο τέλος της βασιλικής οδού, λίγο έξω από την πόλη των Σερρών.

Στην ακμή της νεότητάς του, το θάρρος του να παρουσιάζεται σε δημόσιους χώρους ως ίσος προς τους κατακτητές και η λαμπρότητα της εμφανίσεώς του, προκάλεσαν το φθόνο των Τούρκων, που τον διέβαλαν στις αρχές τους. Οι διαβολείς του υποστήριξαν πως ο Νεομάρτυς Ιωάννης δημόσια εξύβρισε την πίστη του Προφήτη, αρνούμενος να την ακολουθήσει, παρά την αρχική του υπόσχεση. Οι αρχές των κατακτητών διέταξαν, μετά από μια τόσο σοβαρή καταγγελία, ο Ιωάννης να συλληφθεί και να οδηγηθεί στο δικαστήριο, πράγμα που παραχρήμα έγινε. Οι δικαστές του, εκτιμώντας τα δεδομένα, στην αρχή προσπάθησαν με υποσχέσεις για αξιώματα να τον δελεάσουν να αλλάξει την πίστη του, καθώς θα είχαν κέρδος μεγάλο αν το παράδειγμά του έβρισκε και άλλους μιμητές, όμως, όλες τους οι προσπάθειες απέτυχαν, αφού ο Ιωάννης, ως απάντηση στα προτεινόμενα, ομολογούσε δημόσια την πίστη του στον Χριστό.

Όταν όλες οι πλάγιες μέθοδοι απέτυχαν, οι αλλόφυλοι προκειμένου να αποσπάσουν την ομολογία του Ιωάννη στην μάταιά τους πίστη, κατέφυγαν στα βασανιστήρια. Έβγαλαν το μάρτυρα από τη φυλακή και «ώσπερ θήρες ανήμεροι» τον έσυραν χωρίς ένδυση πάνω στη γη των Σερρών και, τέλος, του ξερίζωσαν τα μαλλιά ραβδίζοντάς τον χωρίς διακοπή. Ο άγιος, παρά τα φοβερά αυτά μαρτύρια, άντεχε και συνέχιζε να υμνεί τον Κύριο Ιησού Χριστό και τότε, στα δεξιά του, εμφανίσθηκε ένας έφιππος και μεγαλοπρεπής άνδρας που το πρόσωπό του ακτινοβολούσε σαν ήλιος. Ο μάρτυρας Ιωάννης είδε την υπέρλαμπρη αυτή παρουσία, που δεν ήταν άλλη απ΄ αυτή του Αγίου Θεοδώρου, και κατάλαβε πως ο έφιππος άνδρας του συνιστούσε να μη χάσει το θάρρος του.

Οι Τούρκοι, όταν και με αυτόν τον επώδυνο τρόπο, στάθηκε αδύνατο να τον κάνουν να αλλάξει την πίστη του, τον οδήγησαν και πάλι στην φυλακή, όπου και συνέχισαν τις σωματικές και ηθικές πιέσεις τους πάνω στον νεομάρτυρα. Η σταθερή όμως προσήλωση του Ιωάννη στην πάτρια πίστη του τους απέλπισε και, αναγκάστηκαν να ζητήσουν έγγραφες οδηγίες για την τύχη του νεαρού Σερραίου από τη Μεγάλη Πύλη. Όταν ήρθαν οι έγγραφες οδηγίες, ο δικαστής των Σερρών διέταξε το θάνατο του Ιωάννη, εάν δεν απαρνιόταν την πίστη του στο Χριστό.

Έτσι, οι τύραννοι του, μετά και την αποτυχία των τελευταίων προσπαθειών τους να πείσουν τον Ιωάννη να απαρνηθεί την πίστη του, τον έβγαλαν από τη φυλακή και τον οδήγησαν σε χώρο δημόσιο, όπου, οι δήμιοί του, για να κάνουν το τέλος του πιο επώδυνο, τον ανέβασαν πάνω σε σωρό από φρύγανα και ξερά ξύλα και, αφού του έδεσαν τα χέρια και τα πόδια, έβαλαν φωτιά στο εύφλεκτο υπόστρωμα. νΟ μάρτυρας Ιωάννης παρέμεινε ήρεμος σε όλη τη διάρκεια του φρικτού του μαρτυρίου και, μάλιστα, προκαλώντας τους βασανιστές του, τους ρωτούσε εάν πράγματι τον παρέδωσαν στη φωτιά, ενώ με ήπια φωνή υμνολογούσε το Θεό. Ένας από τους δήμιούς του, για να τον κάνει να σωπάσει, του έμπηξε έναν πάσαλο στο στόμα και επέφερε έτσι το τέλος της επίγειας ζωής του αγίου. Την ακολουθία του αγίου Νεομάρτυρα Ιωάννη του Σερραίου έγραψε ο Μεγάλος Ρήτορας της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας Μανουήλ ο Πελοποννήσιος πιθανότατα μεταξύ των ετών 1491 – 1497 μ.Χ. Ο Άγιος Ιωάννης ο Σερραίος μαρτύρησε για την πίστη του Χριστού περί το 1480 μ.Χ. και η μνήμη του γιορτάζεται στις 12 Μαΐου.

  •  Αγία Δομιτίλλα η Μάρτυρας. 
Η Αγία Μάρτυς Δομιτίλλα έζησε τον 1ο αιώνα μ.Χ. στη Ρώμη. Ήταν σύζυγος του Ρωμαίου αξιωματούχου Τίτου Φλαβίου Κλήμεντος και θυγατέρα της αδελφής του αυτοκράτορα Δομιτιανού (81 – 96 μ.Χ.). Τελειώθηκε μαρτυρικά, επειδή αρνήθηκε να θυσιάσει στα είδωλα.
  • Άγιος Θεοφάνης Αρχιεπίσκοπος Κύπρου. 
Ο Άγιος Θεοφάνης αναφέρεται ως Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, αν και το όνομά του δεν αναφέρεται στους γνωστούς επισκοπικούς καταλόγους. Η μνήμη του αναφέρεται στον Κώδικα των Ιεροσολύμων 1096 του 12ου – 13ου αιώνα μ.Χ. ως εξής: «τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Θεοφάνους Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου».
  • Όσιος Λέων εν Μεθώνη. 
Ο Όσιος Λέων ο εν Μεθώνη, γεννήθηκε στην Κολαβρία της Ιταλίας και διήγε τη ζωή του «μονοχίτων και ανυπόδητος τη νηστεία και αγρυπνία καταψύχων». Κατά τη διάρκεια προσκυνηματικού ταξιδιού στους Αγίους Τόπους και καταβεβλημένος από την άσκηση, πέθανε εν πλω μόλις αντίκρυσε τη Μεθώνη, που από τον 4ο αιώνα μ.Χ. ήταν υποχρεωτικός ενδιάμεσος σταθμός των ταξιδιωτών από και προς τα Ιεροσόλυμα. Τότε οι ναύτες έθαψαν το άψυχο σώμα του στην παραλία της Μεθώνης ενώ μετά από χρόνια ο Άνιος Λέων εμφανίστηκε στον Επίσκοπο Μεθώνης Νικόλαο, διαπρεπή Θεολόγο του 12ου αιώνος μ.Χ., ο οποίος προέβη στην ανακομιδή του Ιερού Λειψάνου, που αμέσως άρχισε να θαυματουργεί. Η τιμή του Αγίου σταμάτησε περίπου το 1600 μ.Χ. και μετά από τετρακόσια και πλέον χρόνια, ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος Γ’ επανέφερε τη μνήμη του στις 12 Μαΐου.
  • Άγιοι Μάρτυρες εις Μπούτοβο της Ρωσίας. 
Το Μπούτοβο, περιοχή που βρίσκεται κοντά στη Μόσχα, έγινε κατά την περίοδο της Οκτωβριανής επαναστάσεως (1917 μ.Χ.) τόπος μαζικών εκτελέσεων Αρχιερέων, Κληρικών και πιστών της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, που μαρτύρησαν κατά τα έτη του διωγμού στην Ρωσία. Μεταξύ των Αγίων Μαρτύρων που μαρτύρησαν στο Μπούκοβο και ανέρχονται σε χιλιάδες, ήταν και δέκα Έλληνες Μάρτυρες.
  • Όσιος Νεκτάριος της Όπτινα.

Ο Όσιος Νεκτάριος της Όπτινα, κατά κόσμον Νικόλαος Τύχωνωφ, γεννήθηκε το 1853 μ.Χ. στην πόλη Γιελέτς της επαρχίας Οριόλ, από γονείς ευσεβείς και φιλόθεους, τον Βασίλειο και την Ελένη. Όταν ο Νικόλαος ήταν επτά ετών, έχασε τον πατέρα του. Λίγο πριν το θάνατό του, ευλόγησε τον υιό του με την εικόνα του Αγίου Νικολάου αναθέτοντας το παιδί του στην κηδεμονία του μεγάλου αυτού Αγίου. Ο μελλοντικός Στάρετς δεν αποχωρίσθηκε την εικόνα αυτή σε ολόκληρη την ζωή του. Εκτός από τον Νικόλαο η μητέρα του είχε και άλλα μικρότερα τέκνα, τα οποία πέθαναν πρόωρα από πείνα και ασθένειες.

Ο μικρός Νικόλαος είχε θερμή καρδιακή σχέση με την μητέρα του. Οι προσευχές της και η αυστηρή ανατροφή, που του έδωσε, τον προστάτευαν από πειρασμούς και συμφορές. Σιγά – σιγά μεγάλωνε και έγινε πράος, ήσυχος και ευλαβής, έξυπνος και φιλομαθής. Λόγω της μεγάλης φτώχειας της οικογένειάς του αναγκάσθηκε να φοιτήσει όχι στο δημόσιο σχολείο, αλλά στο ενοριακό σχολείο του χωριού του, όπου φοιτούσαν οι άποροι. Εκεί λοιπόν έμαθε να διαβάζει, να γράφει, να μετράει και να μελετά το νόμο του Θεού.

Όταν έγινε ένδεκα ετών, εργάσθηκε στο κατάστημα του πλούσιου εμπόρου Χάμωφ. Λίγο αργότερα, ενώ ο Νικόλαος ήταν ακόμη πολύ νέος, η μητέρα του πέθανε και έτσι έμεινε πια παντελώς ορφανός. Έζησε για εννέα χρόνια στο σπίτι του εμπόρου. Στις ελεύθερες ώρες του μελετούσε πνευματικά βιβλία και πήγαινε στην εκκλησία. Τον διέκρινε η πραότητα, η μετριοφροσύνη και η καθαρότητα της καρδιάς.

Εκείνο τον καιρό ζούσε στην Γιελέτς μια σχεδόν εκατοντάχρονη μοναχή, η μάτιουσκα Θεοδώρα, πνευματική θυγατέρα του Οσίου Τύχωνος του Ζαντόνσκ (τιμάται 13 Αυγούστου). Οι κάτοικοι της Γιελέτς είχαν την ευλαβή συνήθεια να την συμβουλεύονται σε όλες τις σημαντικές αποφάσεις τους. Ο εργοδότης, λοιπόν, του Νικολάου, που πληροφορήθηκε ότι του ετοίμαζαν ένα προξενιό, τον έστειλε σε αυτήν να πάρει ευλογία για το γάμο. Η γερόντισσα του είπε: «Παιδί μου, πήγαινε στην Όπτινα στον Στάρετς Ιλαρίωνα και αυτός θα σου πει τι θα κάνεις». Έτσι ο Νικόλαος πήρε το δρόμο για την Όπτινα, που βρισκόταν σχετικά κοντά στη γενέτειρά του και ήταν τότε ήδη ξακουστή σε όλη τη Ρωσία.

Ο Στάρετς Ιλαρίων του συνέστησε να επισκεφθεί τον Στάρετς Αμβρόσιο. Ο Γέροντας τον δέχθηκε και μίλησε μαζί του για δύο ώρες. Μετά από αυτή τη συνομιλία η ζωή του Νικολάου άλλαξε ξαφνικά. Κατ’ οικονομίαν Θεού ανακάλυψε την πραγματική του κλίση.

Ο Νικόλαος εκτελούσε κάθε διακόνημα με πολλή υπακοή, ταπείνωση και ζήλο. Όταν αργότερα ο Στάρετς, επαναλάμβανε το αποστολικό παράγγελμα: «Πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε. Αυτοί γαρ αγρυπνούσιν υπέρ των ψυχών υμών ως λόγον αποδώσοντες. Ίνα μετά χαράς τούτο ποιώσι και μη στενάζοντες. Αλυσιτελές γαρ υμίν τούτο. (Να πειθαρχείτε και να υπακούετε στους ηγουμένους σας. Γιατί αυτοί αγρυπνούν χάριν των ψυχών σας, επειδή θα αποδώσουν λόγο στον Θεό για εσάς. Ώστε αυτό να το κάνουν με χαρά και όχι αναστενάζοντας. Διότι αυτό θα είναι επιζήμιο για εσάς)».

Στις 3 Απριλίου 1876 μ.Χ. εκάρη ρασοφόρος μοναχός. Μετά ένδεκα χρόνια, στις 14 Μαρτίου 1887 μ.Χ., Δ’ Κυριακή των Νηστειών, εκάρη μικρόσχημος και έλαβε το όνομα Νεκτάριος, προς τιμήν του Οσίου Νεκταρίου της Λαύρας του Κιέβου (τιμάται 29 Νοεμβρίου). Η είσοδός του στο αγγελικό τάγμα των μοναχών του έφερε μεγάλη χαρά. Σε προχωρημένη ηλικία θυμόταν: «Επί ένα ολόκληρο χρόνο ένοιωθα σα να είχα φτερά στους ώμους μου». Όσο περισσότερο ανέβαινε την πνευματική κλίμακα, τόσο κατώτερο από ταπεινοφροσύνη θεωρούσε τον εαυτό του, τόσο περισσότερο αισθανόταν την αναξιότητά του. Οι Γέροντες, που έβλεπαν την πνευματική προκοπή του, αποφάσισαν την χειροτονία του σε διάκονο, που έγινε στις 19 Ιανουαρίου 1894 μ.Χ. από τον Επίσκοπο Ανατόλιο και εις πρεσβύτερον στις 21 Οκτωβρίου 1898 μ.Χ. από τον Επίσκοπο της Καλούγκα Μακάριο.

Ο Όσιος Νεκτάριος δίδασκε στα πνευματικά του παιδιά την ταπείνωση και την υπομονή, περισσότερο από όλες τις αρετές. Για την κάθαρση της ψυχής του ανθρώπου δίδασκε πως επιτυγχάνεται με την προσευχή, όταν ικετεύεις τον Θεό λέγοντας «Πατέρα μου και Κύριε της ψυχής μου, ελέησόν με», ο Θεός καθαρίζει την ψυχή σου από την αμαρτία και την κάνει νύμφη Κυρίου και αδελφή του Λόγου. Πράγματι ο Όσιος δίδασκε σε όλους την προσευχή και ιδιαίτερα την ευχή του Ιησού. Μάλιστα, όταν πλησίαζε η σοβιετική λαίλαπα, τόνιζε στα πνευματικά του παιδιά: «σε αυτές τις έσχατες ημέρες είναι καιρός για προσευχή. Κατά την διάρκεια της εργασίας σας να λέτε συνεχώς την ευχή του Ιησού. Στην αρχή με τα χείλη, μετά με το νου και ύστερα θα εισχωρήσει μέσα στην καρδιά σας».

Επί αρκετά χρόνια, μετά την επικράτηση της Οκτωβριανής επαναστάσεως, η Όπτινα υπέμεινε με γενναιότητα όλες τις δοκιμασίες, αλλά οι μέρες της αγίας μονής ήταν πια μετρημένες. Την Κυριακή των Βαΐων του 1923 μ.Χ. η Όπτινα έκλεισε οριστικά. Ο Όσιος Νεκτάριος σνελήφθη και φυλακίσθηκε στο αρτοποιείο της μονής, που είχε μετατραπεί σε φυλακή. Λίγες ημέρες μετά οδηγήθηκε στην φυλακή του Κοζέλσκ και καταδικάσθηκε χωρίς δίκη σε θάνατο διά τουφεκισμού. Μετά από διαμαρτυρίες ο Όσιος απελευθερώθηκε στις 17 Απριλίου και έζησε ως εξόριστος σε αγρόκτημα του Πλόχινο. Αργότερα, με διαταγή των αρχών του καθεστώτος, εξορίζεται πιο μακριά, στο χωριό Χόλμισι της επαρχίας Μπριάνσκ. Εκεί δεχόταν τους επισκέπτες και πλήθος επιστολών από απλούς ανθρώπους, αλλά και από μεγάλους ιεράρχες. Ο Άγιος Πατριάρχης Τύχων τον συμβουλευόταν διά μέσου έμπιστων ανθρώπων. Ο Άγιος Θεός είχε δωρίσει στον Όσιο το διορατικό χάρισμα. Έτσι όλοι τον εμπιστεύονταν και έκαναν υπακοή στον λόγο του.

Ο Όσιος Νεκτάριος κοιμήθηκε, μετά από ασθένεια, το 1928 μ.Χ. Η είδηση της κοιμήσεώς του διαδόθηκε αστραπιαία. Χιλιάδες πιστοί άρχισαν να συρρέουν συνεχώς από διάφορες πόλεις στο Χόλμισι.

Το 1935 μ.Χ., κλέφτες έσκαψαν τον τάφο του Οσίου ψάχνοντας για πολύτιμα αντικείμενα. Έβγαλαν έξω από τον τάφο το φέρετρο, έσπασαν το κάλυμμα και αφού έψαξαν και δεν βρήκαν τίποτε, παράτησαν το ανοιχτό φέρετρο μαζί με το λείψανο του Οσίου στηριγμένο σε ένα δένδρο. Μια ομάδα από εργάτες, που δούλευαν δίπλα στα αγροκτήματα, έτρεξαν στο κοιμητήριο και είδαν έκπληκτοι πως ο Όσιος ήταν εκεί άφθαρτος, επτά ολόκληρα χρόνια μετά την κοίμηση και την ταφή του. Το δέρμα του είχε το χρώμα του κεριού και τα χέρια του ήταν ευλύγιστα και μαλακά. Μια γυναίκα έφερε λευκό μεταξωτό ύφασμα και κάλυψε το πρόσωπό του. Έπειτα έκλεισαν το φέρετρο και ενταφίασαν τον Όσιο ψάλλοντας Τρισάγιο. Στις 16 Ιουλίου 1989 μ.Χ. πραγματοποιήθηκε η ανακομιδή του τιμίου λειψάνου του Οσίου και η επιστροφή του στην Όπτινα.

  • Όσιος Αντώνιος του Ραντονέζ. 
Ο Όσιος Αντώνιος του Ραντονέζ, κατά κόσμον Ανδρέας Μεντβέντεφ, γεννήθηκε στις 6 Οκτωβρίου 1792 μ.Χ. στην πόλη Λύσκοβο της επαρχίας Νόβγκοροντ και η οικογένειά του ήταν στην υπηρεσία του Γεωργιανού πρίγκιπα Γεωργίου. Γεμάτος από αγάπη για τον μοναχικό βίο ο Άγιος εισήλθε το 1818 μ.Χ. στη μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου του Σάρωφ και το 1822 μ.Χ. στη μονή Βυσοκογκόρσκιυ του Αρζαμάς, όπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Το 1831 μ.Χ. καλείται από τον Μητροπολίτη Μόσχας Φιλάρετο στη Λαύρα του Αγίου Σεργίου, στην οποία διακρίθηκε για την αγιότητα του βίου του και τις αρετές του. Ο Όσιος Αντώνιος κοιμήθηκε με ειρήνη το 1877 μ.Χ.. Η κανονική πράξη της αγιοποιήσεώς του έγινε από τον Πατριάρχη Μόσχας Αλέξιο το 1997 μ.Χ.
  • Όσιος Διονύσιος του Ραντονέζ.

Ο Όσιος Διονύσιος του Ραντονέζ, κατά κόσμον Δαβίδ Ζομπνινόβσκι, γεννήθηκε περί το 1570 μ.Χ. στην πόλη Ρζεβ. Υπήρξε μοναχός και μετά ηγούμενος του μοναστηριού Ουσπένσκι στη Στάριτσα. Τη λεγόμενη Σκοτεινή περίοδο ήταν ο πιο πιστός βοηθός του Επισκόπου Ερμογένους, Πατριάρχου Μόσχας. Από το 1610 μ.Χ. ο Όσιος Διονύσιος γίνεται Αρχιμανδρίτης της Τρόιτσε – Σεργιέβσκαγια Λαύρας. Με την φροντίδα του ιδρύθηκαν στο μοναστήρι νοσοκομεία για αρρώστους, τραυματισμένους και άστεγους του πολέμου μετά από την εισβολή του Πωλονο – Λιθουανικού στρατού. Σε περίοδο πείνας, κατόπιν επιμονής του, , η αδελφότητα της Λαύρας τρεφόταν με ψωμί από βρώμη και νερό, για να διαθέσει το ψωμί από σιτάρι και σίκαλη στους αρρώστους. Το 1611 – 1612 μ.Χ. μαζί με τον μοναχό της Τρόιτσε – Σεργιέβσκαγια Λαύρας, τον Αβραάμ Πολίτσιν (κοιμήθηκε το 1625 μ.Χ.), έγραφε επιστολές με έκκληση να αποσταλούν στρατιώτες και χρήματα για την απελευθέρωση της Μόσχας από τους Πολωνούς. Έγραψε επίσης και στον πρίγκιπα Δημήτριο Ποζάρσκι και στους στρατιώτες του να επιταχύνουν την εκστρατεία τους στη Μόσχα.

Οι συνεχείς προσευχές του και τα καθημερινά πνευματικά του κατορθώματα, του πρόσφεραν, επίσης, το χάρισμα της θαυματουργίας. Ξεχωριστό γεγονός αποτελεί η συμμετοχή του στη διόρθωση των θεολογικών βιβλίων. Από το 1616 μ.Χ. ο Όσιος Διονύσιος ηγείται της εργασίας διορθώσεως της Σύνοψης των ιερών Μυστηρίων, η οποία βασιζόταν στη σύγκριση των αρχαίων Σλαβικών και διαφόρων Ελληνικών εκδόσεων. Κατά την διάρκεια αυτής της λειτουργικής εργασίας οι διορθωτές βρήκαν πολλές και σημαντικές διαφορές και σε άλλα βιβλία, τα οποία εκδόθηκαν την περίοδο από το 1612 μ.Χ. έως το 1619 μ.Χ. Όμως οι άνθρωποι, που ευθύνονται για τα λάθη αυτά, στη Σύνοδο του 1618 μ.Χ., κατηγόρησαν τον Όσιο Διονύσιο για αίρεση. Από τον Όσιο Διονύσιο αφαιρέθηκαν τα ιερουργικά του δικαιώματα. Τον απέκοψαν από την Εκκλησία και τον έκλεισαν στη μονή Νοβοσπάσκιι, όπου υπέφερε από ασιτία. Οι επεμβάσεις του Πατριάρχου των Ιεροσολύμων Θεοφάνους Δ’ (1608 – 1644 μ.Χ.) και του Πατριάρχου Φιλαρέτου (1619 – 1633 μ.Χ.), που επέστρεψε από την Πολωνική αιχμαλωσία, διέκοψαν την φυλάκισή του και αθωώθηκε. Ο Όσιος Διονύσιος κοιμήθηκε με ειρήνη το 1633 μ.Χ. και ενταφιάσθηκε στην Τρόιιτσε – Σεργιέβσκαγια Λαύρα.

  • Άγιος Ερμογένης ο Ιερομάρτυρας Πατριάρχης Μόσχας. 
Ο Άγιος Ιερομάρτυς Ερμογένης, Πατριάρχης Μόσχας και πασών των Ρωσιών, άρχισε να τιμάται ως Άγιος, από τις 12 Μαΐου του 1913 μ.Χ. Πιστοί από κάθε γωνιά της Ρωσίας άρχισαν να συγκεντρώνονται στη Μόσχα, για να δοξάσουν τον Ιερομάρτυρα Ερμογένη και να προσκυνήσουν τα ιερά λείψανα του Αγίου Πατριάρχη στον καθεδρικό ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Κρεμλίνο, όπου Παννυχίδες τελούνταν σχεδόν χωρίς διακοπή. Εκείνη τη νύχτα ο Άγιος επιτέλεσε πολλά θαύματα και θεραπείες ασθενών. Η μνήμη του τιμάται και στις 17 Φεβρουαρίου όπου και ο βίος του.

The post 12 Μαΐου γιορτάζουν… appeared first on Times News.

Πηγή: Times News