«Είναι κάτι νύχτες με φεγγάρι, μες τα θερινά τα σινεμά, νύχτες που περνούν, που δε θα ξαναρθούν, μ’ αγιόκλημα και γιασεμιά»….

λέει η μελωδική μπαλάντα του Λουκιανού Κηλαϊδόνη, και περιγράφει με τον καλύτερο τρόπο τις καλοκαιρινές αναμνήσεις μιας άλλης όμορφης εποχής!

Τούτα τα ζεστά τα δειλινά, που ο τζίτζικας δεν λέει να βάλει γλώσσα μέσα του μέχρι αργά, βγαίνουμε στην άκρη του μπαλκονιού για λίγη δροσιά, και μπας και δούμε και λίγο κόσμο να περνάει, να πούμε έστω ένα γειά! Αριά και που περνάει κανά αυτοκίνητο, κανά γεροντάκι βλέπεις, και κάτι λίγα παιδάκια στην παιδική χαρά που έχουν βγει αργά λόγω της ζέστης, και σε λίγο θα πάρουν τον δρόμο για την πλατεία! Αφού δεν έχουμε να πούμε ή να κάνουμε τίποτα άλλο, αυτό που απομένει είναι να μετράμε τα ακατοίκητα σπίτια της γειτονιάς, σπίτια έρημα, θεόκλειστα, άλλα ανακαινισμένα, και άλλα παρατημένα στην τύχη τους! Καμιά σχέση με τις εποχές με τα γεμάτα και ορθάνοιχτα σπίτια, που οι γειτονιές έσφυζαν από ζωή, από γέλια και κλάματα! Κι εκεί που έχεις πάρει τη σειρά και μετράς , φτάνεις και στον παλιό θερινό σινεμά του χωριού, έρημος και εγκαταλειμμένος κι αυτός!

Ο θρυλικός και μοναδικός στην ευρύτερη περιοχή κινηματογράφος των Κροκεών ανάμεσα στις δυό πλατείες, σε ένα στενό αλλά πολύβουο δρομάκι, κοσμούσε κάποτε το χωριό! Μαζί με την μοναδική και πανέμορφη πλατεία, ήταν ένα από τα σημεία αναφοράς των Κροκεών, και τραβούσαν επισκέπτες και από άλλα χωριά! Πολλοί έρχονταν για τον σινεμά, αλλά και για την μοναδική και πανέμορφη πλατεία, να φάνε και να πιούν στα καφενεία και στις ταβέρνες της, να απολαύσουν τις μοναδικές καλοκαιρινές συναυλίες της μπάντας της φιλαρμονικής του πολιτιστικού συλλόγου, εκδηλώσεις από τον «πολιτιστικό Αύγουστο»! Άλλοι έρχονταν για τις νυχτερινές περαντζάδες στον «Πάνω δρόμο», για τα μυστικά ραντεβουδάκια στου «Μπαρούνη τον λόφο», στον «πύργο», να χαρούν, να ερωτευτούν!

Από τον Ιούνιο που έφτιαχνε ο καιρός, αν και υπήρχαν ακόμη οι καλοκαιρινές μπόρες τα απογεύματα, τα παιδιά ρωτούσαμε με ανυπομονησία πότε θα ανοίξει το θερινό σινεμά, το «σινεμαδάκι» όπως το λέγαμε χαϊδευτικά, με τις ταινίες του τις μαγευτικές βραδιές κάτω απ’ τα αστέρια, ή το φως του φεγγαριού! Είχαμε κάνει από νωρίς τα κουμάντα μας βάζοντας στην άκρη πενταροδεκάρες για το πρώτο μας εισιτήριο, και όσο για τις επόμενες προβολές, είχε ο Θεός! Πάντως η πρώτη μέρα έναρξης ήταν πανηγυρική, και σφράγιζε και επίσημα τον ερχομό του καλοκαιριού!

Την δεκαετία τού 1950, η πρώτη επαφή της επαρχίας με τον κινηματογράφο ήταν ο περιοδεύων κινηματογράφος. Τότε αρκούσε μια παλιά μηχανή προβολής, ένα άσπρο πανί κρεμασμένο σε ξύλα για οθόνη, οπότε ο μηχανικός, ξεκίναγε τις προβολές σε πλατείες και καφενεία του χωριού, όπου άκουγες μόνο γέλια. Πολλοί από τον χώρο των λεγόμενων «μπουλουκιών» του θεάτρου, δεν είχαν δει με καλό μάτι τον περιφερόμενο κινηματογράφο, και κάποιος σπουδαίος θεατράνθρωπος είχε πει:  «Το άσπρο αυτό πανί που υψώνεται στις πλατείες, μπορεί και να γίνει το σάβανον του υπαίθριου θεάτρου»!

Στην Λακωνία κινηματογράφοι υπήρχαν στην Σπάρτη, στο Γύθειο, στους Μολάους, και στην Νεάπολη, και αργότερα την Σκάλα. Από τα χωριά, μόνο οι Κροκεές είχαν από την δεκαετία του ‘60 έναν σινεμά ιδιοκτησίας των αδελφών Φωτόπουλου, όπου στην ταράτσα του φτιάχτηκε και ο θερινός, στολισμένος με τα δέντρα, τις πράσινες φυλλωσιές του, τις φανταχτερές βουκαμβίλιες του, και αρωματισμένος με την μεθυστική μυρουδιά του νυχτολούλουδου. Το θερινό το σινεμά δεν είναι μόνο λουλούδια και μυρουδιές που λέει η τρυφερή μπαλάντα. Για τους ανθρώπους που το δουλεύουν είναι η ζωή τους, το σπίτι τους.

Στο χωριό είχαμε μηχανικό προβολής τον μπάρμπα Νίκο τον Πρόκο, έναν καλοκάγαθο και γελαστό άνθρωπο, εξαιρετικό τεχνίτη ξυλουργό, που τις ελεύθερες ώρες του τις αφιέρωνε στον σινεμά που τον υπηρέτησε για πολλά χρόνια! Οι ταινίες ερχόντουσαν σε σάκους μέσα σε ειδικά κουτιά με τα πρωινά λεωφορεία του ΚΤΕΛ , και πολλές φορές προσφερόμαστε οι πιτσιρικάδες να βοηθήσουμε στην μεταφορά , με αντάλλαγμα μια δωρεάν είσοδο το βράδυ! Αμέσως ο μπάρμπα Νίκος έβγαζε σε ειδικό χώρο στην πλατεία την ταμπέλα με τις διαφημιστικές αφίσες της ταινίας, και αν ήταν καμία ονομαστή ταινία, το γεγονός της διαφήμισης στις γειτονιές το αναλάμβανε ο ντελάλης!

Το Σαββατοκύριακο προβάλλονταν ελληνικές ταινίες με τη Λάσκαρη, Καρέζη, Καζάκο, Αλεξανδράκη, Βουγιουκλάκη, Παπαμιχαήλ, και άλλους, ενώ την Τετάρτη Αμερικάνικα και Ιταλικά γουέστερν. Κάθε μέρα και μια ταινία, αξέχαστες Ελληνικές κωμωδίες, ταινίες εμπορικές, περιπέτειες, θρίλερ, κλασσικές, με τον Τσάρλι Τσάπλιν, αλλά και χιλιοπαιγμένες, που δεν σε κούραζαν όσες φορές και να τις έβλεπες! Μάζευε πάρα πολύ κόσμο, γιατί δεν υπήρχε τηλεόραση. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 έγινε ένα τολμηρό βήμα για τα ήθη της εποχής καθώς στο σινεμά προβάλλονταν και ταινίες ελαφρού ερωτικού περιεχομένου, που ενοχλούσε μερικούς ακόμα και ένα φλογερό φιλί, και οι καταγγελίες στην αστυνομία και οι έφοδοι εν μέσω προβολής έδιναν και έπαιρναν!

Λίγα μέτρα από τον σινεμά και σε κοντινή θέση, ήταν τα «βραχάκια» όπου παίζαμε όλη μέρα, και δίπλα ήταν η «Πιλάλα» που λέγαμε, μια αλάνα που είχε στην άκρη ευκαλύπτους, και χωμάτινες φυσικές κερκίδες, από όπου είχες τέλεια ορατότητα και μπορούσες να παρακολουθήσεις τον θερινό τον σινεμά, και αν δεν έβλεπες και τους υπότιτλους δεν έτρεχε και τίποτα! Θαμώνες ήταν γέροι και γριές, νεότερες γυναίκες και μανάδες με τα παιδιά τους, ακόμη και νεογέννητα «ασαράντιγα» που τα βύζαιναν την ώρα που βλέπανε την ταινία! Έκλαιγαν ασταμάτητα γιατί κοβόντουσαν στην αγκαλιά, και αυτό αποσπούσε την προσοχή των διπλανών! Από πολλά γειτονικά σπίτια, και από το δικό μας, λόγω της θέσης απέναντι από τον σινεμά, είχαμε το προνόμιο να παρακολουθούμε πιο άνετα τις προβολές από τα μπαλκόνια, φιλοξενώντας συγγενείς και φίλους και στη αυλή!

Με το σούρουπο ξεπρόβαλλε παρέες ο κόσμος από τις γύρω γειτονιές, από τα «Μπαλέικα», τον Αη Λιά», το «Τζιαμί, τα «Χατζηάνικα», όλοι με πρόχειρα ρούχα της ρούγας, με ένα σκαμνί ή με ένα μαξιλάρι χοντρό, και μια αυτοσχέδια βεντάλια από χοντρό χαρτί στο χέρι, για να πιάσουν θέση στα χώματα και στις κοτρώνες, για να παρακολουθήσουν ανέξοδα το έργο! Οι κανονικοί θεατές που φορούσαν τα καλά τους, έκοβαν τα εισιτήριά τους στο ταμείο που ήταν κάτω, και ανέβαιναν τα σκαλιά για πάρουν και αυτοί τη θέση τους. Όταν ερχόταν η ώρα, τα φώτα χαμήλωναν, και άρχιζε να ακούγεται η βουή της μηχανής που έπαιρνε μπροστά, και ξεκίναγε η ησυχία!

Επί χούντας, στο ξεκίνημα της ταινίας προβάλλονταν υποχρεωτικά και «τα επίκαιρα» , στιγμιότυπα από ασκήσεις του στρατού, ντοκυμαντέρ από τον πόλεμο, αλλά και από την «νίκη» στον εμφύλιο, τονίζοντας έτσι την «πολεμική αρετή των Ελλήνων τον Αύγουστο του 1949! Ήταν όμως και ένα μαρτύριο, αφού μέσα από τα «Επίκαιρα» ακούγαμε και ανατριχιάζαμε με τις γνωστές γραμματικές και συντακτικές «κορώνες» από τους λόγους των αστοιχείωτων «διαφωτιστών» του καθεστώτος! Μας έδειχναν τα σούρτα φέρτα του Παττακού με ένα μυστρί στο χέρι, τον Μακαρέζο με ένα ψαλίδι στο χέρι να κόβει τις κορδέλες, τις φιέστες με μαθητές , τους πανηγυρισμούς στο γήπεδο της «Λεωφόρου», και τα τσάμικα που χόρευε ο Παπαδόπουλος στους στρατώνες το Πάσχα, αλλά και όπου αλλού εύρισκε ευκαιρία, για να τονιστεί η «Αθάνατη Ελληνική λεβεντιά»!

Επειδή η μηχανή του κινηματογράφου δούλευε με σπινθήρες από ειδικά καρβουνάκια, έπρεπε να προσέχει ο μηχανικός για να τα αλλάζει , γιατί χαλούσε η εικόνα,. Εάν δεν το παρακολουθούσε ο χειριστής της μηχανής και ξεχνιότανε, αυτό γινόταν συχνά, η εικόνα σκούραινε, θόλωνε, και έσβηνε. Έτσι πολλές φορές φώναζαν «βάλε κάρβουνοοοο», απευθυνόμενοι στον μηχανικό. Αν η ταινία ήταν πολυχρησιμοποιημένη και έσπαγε, πάλι προκαλούσε διαμαρτυρίας , και άκουγες «άσε κάτω το ψαλίδι»!

Όπως είχαμε ακούσει από τους μεγαλύτερους, τις ταινίες πριν κυκλοφορήσουν πρώτα τις έβλεπε στην Αθήνα μια Επιτροπή που έκοβε τις «απαγορευμένες» σκηνές, αυτές που εκείνοι θεωρούσαν ότι δεν πρέπει να παιχτούν, και έστελναν την ταινία «κομμένη», αλλά οι θεατές το καταλαβαίνανε αφού είχαν κοπεί άτσαλα. Το πολιτικό σχόλιο που τελικά δεν ακούγεται, καθώς και μια αισθησιακή σκηνή που αφαιρείται, αυτά δηλαδή που περιμένουν αλλά δεν βλέπουν οι θεατές, προκαλούσαν αναταραχή στην αίθουσα, και μαζικές και έντονες αποδοκιμασίες, αποκαλώντας «Χασάπηδες» τους λογοκριτές !

Τα ήθη εκείνης της εποχής ήταν πολύ αυστηρά, και η πολιτική λογοκρισία πανταχού παρούσα, οπότε κάθε προβολή προκαλούσε το ενδιαφέρον κάποιων σεμνότυφων και θεοσεβούμενων, και άλλων υπερπατριωτών, και της χωροφυλακής. Υπήρχαν τα «Κατάλληλα» έργα, όπου όλα κυλούσαν ήρεμα, και τα «Αυστηρώς ακατάλληλα» έργα, πολεμικά , ή τα αισθησιακά, που κυλούσαν με περιπέτειες και πολλά ευτράπελα. Τότε ήταν που ανακατευόταν η κατάσταση αφού μετά από καταγγελίες ερχόταν η αστυνομία να δει αν υπήρχαν πρόσθετες σκηνές στην προβολή, εκτός προγράμματος, οι πασίγνωστες «τσόντες», ή να δει αν έχει μπει κάποιος ανήλικος μέσα.

Στα διαλλείματα ανεβοκατέβαινε ο κόσμος να ξεμουδιάσει, να ανάψει κανά τσιγάρο, ή για να πάει τουαλέτα, και γυρίζοντας εύρισκαν ευκαιρία και κάποιοι τζαμπατζήδες και ανέβαιναν μαζί τους να δουν το υπόλοιπο έργο, έκαναν «μπαμ» από μακριά, αλλά από ντροπή δεν τους έδιωχναν! Μαζεύονταν κάθε βράδυ και παιδιά φτωχαδάκια που τους άρεσε ο κινηματογράφος, και τα έβαζαν καθιστά στο τσιμέντο! Ερχόταν και ο Νικολής με το κοφίνι του γεμάτο με αφράτα στραγάλια, αράπικο φιστίκι, και πασατέμπο!

Τότε για τον περισσότερο κόσμο το σινεμά ήταν η μοναδική διέξοδος από την κλεισούρα. Για να γελάσει, να συγκινηθεί, να ξεχαστεί για λίγο. «Οι ταινίες με τον Ξανθόπουλο, την Μάρθα Βούρτση ήταν το κάτι άλλο. Τελείωνε η ταινία και ο κόσμος έφευγε με πρησμένα τα μάτια από το κλάμα. Συγκίνηση, κλάματα, αναφιλητά. Αλλά και οι Ελληνικές κωμωδίες με τον Βέγγο, Σταυρίδη, Φωτόπουλο, Χατζηχρήστο και άλλους, έκαναν τον κόσμο να ξελιγώνεται στα γέλια.

Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς! Η θεια Μίμαινα είχε μεγάλη αγωνία για τον πρωταγωνιστή μη τυχόν και σκοτωθεί, οπότε η θεια Νικόλαινα που ήταν πιο προχωρημένη στα σενάρια την καθησύχασε λέγοντας, «μη φοβάσαι μωρή, ο πρωταγωνιστής δεν πεθαίνει», και έτσι στάθηκε η καρδιά της! Σε μια άλλη ταινία η θειά Ντινάκαινα επίσης είχε αγωνία για τον πρωταγωνιστή που έδινε μια μάχη με πολλούς κακοποιούς, αλλά την γλίτωσε, οπότε όταν τελείωσε το έργο την ακούσαμε να μονολογεί: «Κακομοίρη μου ευτυχώς και τελείωσε το έργο, αλλιώς θα σε σκοτώνανε»!

Ο σκηνοθέτης με τα διάφορα τρικ κατάφερνε πολλές σκηνές να φαίνονται αληθινές! Ξελιγωνόμαστε στα γέλια όταν βλέπαμε κόσμο να φωνάζει «Παναγία μου», και να σκύβουν για να αποφύγουν ένα κανόνι που φαινόταν ότι τους σημάδευε, ή ένα αεροπλάνο που εφορμούσε να ρίξει τις μπόμπες , ή το τρένο που φαινόταν ότι πήγαιναν ντουγρού κατά πάνω τους! Υπήρχαν βέβαια και άλλα ευτράπελα που τα ευχαριστιόμαστε εμείς τα παιδιά, όπως ο ύπνος μέσα στην αίθουσα με το ροχαλητό να ενοχλεί τους υπόλοιπους, και οι συχνοί τσακωμοί από την λογοδιάρροια κάποιων, ή το κριτσάνισμα του φιστικιού και του πασατέμπου όταν παρακολουθούσαν μια σκηνή αγωνίας.

Έτσι περνούσαν τα βράδια εκείνα τα καλοκαίρια, με γέλια, συγκινήσεις, χαρές! Δεν ήταν μόνο οι μυρουδιές από το αγιόκλημα, το γιασεμί, το νυχτολούλουδο, τον βασιλικό, τις ασβεστωμένες μάντρες, που μοσκοβόλαγε ο τόπος! Ήταν και οι μυρουδιά του ιδρώτα τέτοιες μέρες, ανακατεμένη με τα μεθυστικά αρώματα των γυναικών που έβαζαν σε κάθε επίσημη έξοδο από το σπίτι τους, μα πάνω απ’ όλα ήταν η παρουσία του κόσμου, μικρών και μεγάλων, σερνικών και θηλυκών, οι φωνές και η αντάρα των παιδιών που φανέρωναν την ζωντάνια, δίνοντας περιεχόμενο και νόημα στην ζωή! Όλα αυτά μέχρι το 1970. Από τότε που βγήκε η τηλεόραση έπεσε η κίνηση θεαματικά, και στις αρχές της δεκαετίας του ’80 που ήρθαν οι βιντεοταινίες, μειώθηκε κι άλλο!

Όσο και να προσπάθησε ο μπάρμπα Νίκος να τον κρατήσει ανοιχτό, δεν τα κατάφερε! Ο κόσμος λιγόστεψε, άλλαξαν τα ενδιαφέροντα, και αφού δεν έβγαιναν τα έξοδα, ούτε το μεροκάματο, οι ιδιοκτήτες του έκλεισαν το σινεμά γύρω στο 1990, ο ίδιος αποσύρθηκε, και έσβησαν για πάντα τα «καρβουνάκια» της θρυλικής του μηχανής, για να πέσει οριστικά το «ΤΕΛΟΣ» και το μαύρο στην οθόνη, και να γραφτεί έτσι ο επίλογος μιας όμορφης εποχής!

Και τι δεν θα μπορούσαμε να πούμε για τον θερινό σινεμά των Κροκεών, ένα ιστορικό μνημείο χωρίς υπερβολή, που αν και γνώρισε μέρες δόξας, έδωσε δουλειά σε κόσμο, και αγαπήθηκε παράφορα από όλους, στο τέλος εγκαταλείφτηκε και ρήμαξε! Η προσφορά του ανεκτίμητη, αφού στις δύσκολες εποχές του πόνου, της φτώχειας, της διχόνοιας, στα χρόνια της υπομονής και της ανασυγκρότησης, ημέρεψε τα ήθη, ένωσε και έφερε τον κόσμο πιο κοντά, χαρίζοντας απλόχερα στιγμές ηρεμίας, ξεκούρασης, καλοκαιρινής δροσιάς, γνώσης, και αληθινής ψυχαγωγίας! Δροσερές ευχές για καλό και δροσερό Σαββατοκύριακο!!!

The post «Είναι κάτι νύχτες με φεγγάρι, μες τα θερινά τα σινεμά, νύχτες που περνούν, που δε θα ξαναρθούν, μ’ αγιόκλημα και γιασεμιά»…. appeared first on Times News.

Πηγή: Times News